Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Πρωτοχρονιά

Ἐ. Βενιζέλου, πρώην Πανεπιστημίου,
καὶ 28ης Ὀκτωβρίου, πρώην Πατησίων.
Διασταύρωση παλιῶν προορισμῶν.
Στὸ μεταίχμιο τοῦ χρόνου ποιός θυμᾶται;
Ἄκυρη ἡ μνήμη
Σὰν ξεχασμένο καρφί στὸν τοῖχο
Ποὺ κλείστηκε στὸ ἀμείλικτο
περίγραμμα τῆς σιωπῆς του

Κατὰ κεῖ ποὺ ατενίζει ὁ ἀέναος δείκτης
Σὰν ἀναγκαῖος προορισμός
Σὰ νά’ θελε ὁ δρόμος ποὺ μᾶς πάει
Νὰ βηματίσουμε ξανὰ στὰ ἴδια χνάρια
Νὰ συλλαβίσουμε ξανὰ τὰ
ἴδια ὀνόματα σὰν ξόρκια
τοῦ ἀναπόφευκτου χαμοῦ

Σήμερα συνάντησα
Μιὰ μνήμη
Ἐνδεδυμένη τὸ ἀρχαῖο της σχῆμα

Ξεκούμπωσα τὴ σιωπή
- Νῖκο, μοῦ εἶπε, δὲν
τὸ πιστεύω
- οὔτε κι ἐγώ, ἤθελα νὰ πῶ,
πῶς ξέφτισε ἔτσι τὸ φεγγάρι
σ’ ἐκεῖνο τὸ χαμόγελο
- ποῦ εἶσαι;
- Κορφολογῶ παλιοὺς ἀνεμοδεῖκτες. Ἐσύ;
- Παντρεύτηκα
Ἔχω δυὸ γιοὺς
Ἀγόρασα ὀροφοδιαμέρισμα
- κι ἐγώ, ὑποδαυλίζοντας ἐλπίδες
καὶ λυγμούς, ρώτησα. Κι ὁ Κώστας;
- πῆρε τὴν Κική
ἀπέκτησε δυὸ γιους
- κι οἱ ἄλλοι;
- Δὲν ξέρω

Κρυφές τοῦ φόβου συμμαχίες
Εἰρωνικές συντυχίες ὀνομάτων
Ἀποκαθήλωσα ἀπ’ τοὺς τοίχους μου
τὶς μνῆμες
καὶ τώρα χάμω πεταμένες
χάσκοντας μὲ καλοῦν
στὸ δικό τους θάνατο

πισοπατῶ, τρομάζω τὸ κενό
Ποῦ πήγε ἡ κόμη ποὺ
Σημάδευε ψηλά
Στὴν ἐπικράτεια τοῦ ἀνέμου;
Χρόνια γυμνά
Στὸ σχῆμα τοῦ ἀλαφιοῦ
Πρόσωπα
Ποὺ ἔγιναν
Ὀνόματα

Ὀνόματα
Ποὺ ἀπόμειναν
Μνῆμες

Μνῆμες
Ποὺ λιγόστεψαν
Σὰν τὴν ἀχνή ἀνάσα
Στὸ θαμπὸ γυαλί

Ναυτίλε
Τῆς ἀγνοημένης μου φωνῆς
Ὁδήγα με μακριά
Πέρα
Ἀπ’ τοὺς ἰδιόκτητους
Τοίχους τοῦ θανάτου

Ἀποζητῶ
Τὴ θύελλα τῶν ἀνείπωτων λόγων
Τὴν τρικυμία τῶν
Πικρῶν ρημάτων
διεκδικῶ

1 σχόλιο:

  1. Είναι ό, τι συγκλονιστικότερο έχω διαβάσει, το οικοιοποιήθηκα με ανείπωτο ρίγος, ένιωσα τη μέθεξη της ποίησής σου στον απόλυτο βαθμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή