Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ψίθυροι

Τώρα που νύχτωσε
του μάρμαρου η λευκότης με καλεί
ίσια στο δρόμο απάνω του φωτός να περπατήσω
στην κλειδωμένη κάμαρη
οπου’ χα χρόνια φυλακίσει
δυο χέρια τορνευτά
στα αυλάκια της ανάγκης
ταιριασμένα
δυο πόδια αήττητα
γραμμένα με ακρίβεια κεραυνού
στου αναπόδραστου έρωτα
το εξαίσιο σχήμα
ένα αθώο κεφάλι
της σιωπής
που αναμένει της υπόσχεσης
το σώμα ν’ ακουμπήσει
μιας λαχτάρας τη γυμνή σκιά
που σπαρταράει το ψάρι της ανάγκης

τώρα που νύχτωσε
φωτίσανε τα αγάλματα
της φυλακής
και σαν δρεπάνι αμείλικτο
το ερωτηματικό κρεμάσανε

στο ακαριαίο τώρα

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ένα ελεγείο


Το σπίτι που’ χα
πυρπολήθηκε
απ’ τη φλόγα
που αναμμένη σε καρτέραγε

στη στάχτη του οσφραίνομαι
τη βάρκα που με παίρνει
πλαταγίζοντας τον ίσκιο σου
στο αινιγματικό γυαλί

κοιτάζομαι
στο στόμα της σιωπής
κι όλες μαζί οι φωνές σου
με καλούν,
η Ηλέκτρα,
η Αντιγόνη,
η άβυσσος,
στη γη που στήνουν  πάλι το χορό
κορμιά και προσωπίδες
σκορπάω απ’ τις τσέπες μου
ψυχές επιφωνημάτων
στ’ αγέρωχα βουνά
να σπλαχνιστούν τον ίσκιο μου

και θεατής αθέατος
συνοδείας κορυφών
καλπάζω στον αλαλαγμό

τώρα αναδεύοντας τον κεραυνό
κυρίαρχος του ανείπωτου
πολίτης
ενεδρεύω

και σαν λιγνό θαυμαστικό
πάνω από την τέλεια στιγμή
ακροκορυφοπατώ



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Αποχαιρετισμός

τις λέξεις που με κέρασες
τις πρώτες
τις ήπια ως το βυθό
του διάπλατου Αυγούστου  
όταν η ευσπλαχνία
του μεσημεριού
ευώδιαζε μέσα στις γειτονιές
το φως

κι αυτό έσμιγε τους ίσκιους μας
στον ταπεινό ασβέστη
μαζί με τους αγίους
που κρέμονταν
στ’ αμπέλια και στις καλαμιές
στα βουερά γεράνια και
στα αγκαθωτά τζιτζίκια

στ' άγιο κανάτι με το σκιαγμένο νερό
απάνω στο τραπέζι
που σ’ έκοβε στα δυο
κι απόμενε από σένανε
ό, τι είχα πια  
απ’ το φως
να σε θυμάμαι
και να σε συγχωρώ

και ξέραινες τις λέξεις τις χλωρές
στην ευωδιά του Ήλιου
και τις θρυμμάτιζες
απάνω στην ψυχή μου
που έτρωγα
και ψήλωνα
και σκάλωνα στον κεραυνό

εκεί
στο θρόνο του Αυγούστου
καθισμένος

σε είδα κάποτε
να λιγοστεύεις στο στενό πέρασμα
ουρανού και γης
και σε συλλάβισα
προτού σε πάρουν τα ουρλιαχτά
των τροχοφόρων
γύρισες κι είπες "μη φοβάσαι· ένας είναι ο δρόμος"
κι η ακτινογραφία του φωτός
δικαίωσε τα μάτια
σου που απόμειναν
μετά από τη φοβέρα

κι εγώ για να σηκώσω τον ίσκιο σου που γλίστρησε μέσ’ στον ασβέστη
άφησα ακοίμητο το χέρι
έξω απ’ την κούνια
σε στάση προσευχής
παραμερίζοντας τον αέρα που μας χώριζε

τώρα μέσα στο διάπλατο αλφαβητάρι
με τη σχισμένη ράχη
μυρίζω απ’ την αρχή τις μέρες
Που φίλαγες το χέρι μου
Και μ’ άφηνες σημάδι
Πάνω στη φλέβα τη βαθιά
Που γίνονταν ποτάμι
Και άδειαζε στα μάτια μου
Τις ώρες της φυγής σου
Κι έπιανα τότε το χαρτί
Και χάραζα τη μέρα
Για να σε βρω στου ολόλευκου
Τα βάθη να κοιμάσαι
Κι έτσι ήρεμη κι αφίλητη
Σε έκανα εικόνα
Και σε συλλάβιζα ξανά
Στου ύπνου την τρομάρα



Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΣΠΟΝΔΗ


Σάββατο στην καρδιά της εβδομάδας

κι ακάλεστη
Μετέωρη
γυμνή
επιστρέφεις

από τα στέκια των μεταμφιεσμένων

Βράδυ που εκκρεμεί 
ώστε να ξεγελά 
η αρρυθμία του λεπτοδείχτη
στη μισάνοιχτη τραπεζαρία

και λες
πως το τραπέζι είναι στρωμένο,
και πως σε καρτερεί το ψάρι της λαχτάρας σου
ασπόνδυλο, χωρίς τρομάρα του πνιγμού

πως είναι μια μέρα 
μέσ' στις νύχτες ούτε που το λογάριασες
-μάλλον θα ξεγελάστηκες
που σ' έβγαλα απ' την εταζέρα
για να σου πάρω πίσω εκείνο το χαμόγελο 
της φωτογραφικής μου τέχνης
κι ήρθες να πάρεις και αυτό

παίρνω το ατσάλινο κλειδί του ρολογιού
και σπρώχνω εμπρός τις ώρες 
κι αυτές βρίσκουν το δρόμο τους
κι αρχίζουν να βροντάνε 

και τότε  
γυρίζεις πάλι 
στα συνήθη  στέκια 

Επίμονα ανώνυμο το στόμα
Δυο μαύρες τρύπες η σιωπή


κλείνεις την πόρτα βιαστικά
και 
στη μεγάλη σάλα
ρίχνεις το ασπροσέντονο
για να καλύψεις ό,τι απόμεινε απ' τις λέξεις
που πέσανε 
κατάχαμα στη γη

κι εγώ χαϊδεύω τα μακριά μαλλιά μου
μήπως και βρω το δρόμο της επιστροφής σε ό,τι άφησες δικό μου, 
τις άδειες κάμαρες,
το εικόνισμα της Παναγίας 
την πικρή ανάσα του καφέ,
του μαντηλιού τα ξόρκια 
και τα τραγούδια του νερού

και το Χριστό παντέρημο
να ευλογάει ορφάνιες 

" χαρά μου, γιατί  λίγνεψες κι έγινες κυπαρίσσι
και χλόμιασε ο ουρανός κι αγρίεψε ο ήλιος;
αγάπη μου, ξεχάστηκες  χρόνια στον άλλο κόσμο
κι αγρίεψες και μαύρισες κι έγινες σα βαμπάκι
που βάφτηκε στο ιώδιο να κάψει τα σκουλήκια"

Και σφούγγιξα τη θάλασσα
και ήπια το ποτάμι
και στ’ απειρόλευκο βαθύ
έκανα μακροβούτι





Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

στερνός δεκαπεντασύλλαβος

μανα, γερο με γεννησες
κι αγεννητο μ' αφηνεις
μπλεχτηκε η λιγοστη ψυχη
σε αραχνενια μπαλα
και κατρακυλησε βαθια
στου Αδη τις κρυψωνες
μανα μου, οταν πεθαινες
εσάλεψεν ο πευκος
κι ολα τα κουκουναρια του
επεσαν στην αυλη μου
τα μαζεψα τα φιλησα
τα εβαλα στη γλαστρα
και γιγαντωθηκαν οι οργες
που μονο μου μ αφηνεις
κι αν ημουν μανα κηπουρος
αν ηξερα απο ξορκια
θα τα σπερνα πολυ μακρια
σε στερφους αμπελωνες
μα μονο ξερω να κεντω
στου ασπρου την τρομαρα
λογια- λογακια νεκρικα
και τα πετω στα ψαρια
και αγριευει ο βυθος
κι η νυχτα ξαγρυπναει


Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Ἀνυπακοή



Αγρίεψαν οι ώρες
οι χωρίς εσέ
Κι οι λεπτοδείxτες σκάλωσαν
Κι απάνω τους σκοντάφτω

την αλφαβήτα απ´ την αρχή ψελλίζω
μήπως και ξαναθυμηθώ το αρχίγραμμα σου
αλλά σκοντάφτω πάλι στο όγδοο ψηφίο
της απόλυτης διαμέτρου
της υποχρεωτικά οριζόντιας
Και ξεγελιέμαι ότι μπορώ
να τη γυρίσω κάθετα
να πω πως ήτανε το Θ του απαγορευμένου δρόμου
πως ήταν ένα Φ της ψεύτρας φαντασίας μου,


Ίσως γιατί αρνιόμουν να δεχτώ
τη συμβουλή του θείου μου, Υπέργηρου ωρολογοποιού,
πως μόνο δεξιόστροφα πηγαίνουν τα ρολόγια
παράκουσα τη συμβουλή

Και χάλασα τις ώρες
κι έχω παντού μετέωρα στο σπίτι
μου
ανάπηρα
ρολόγια
με ανάπηρους
αγκαθωτούς
τους λεπτοδείχτες

-Κι ας είμαι ωροδρόμος
τρανός-

να μου θυμίζουν
πως στο όγδοο το γράμμα
υποχρεωτικά
πρέπει να σταματήσεις
η  ώρα αυτή δε στρέφεται
οριζόντια σε πάει
και μάλιστα χωρίς εσέ




Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Τις τελευταίες μέρες εντοπίζω
Κάπου νοτίως της καρδιάς μου 
Ένα βάρος
Που κατεβαίνει στην κοιλιά
Στης προστασίας μου το σάκο
Από τα τόσα αιχμηρά 
Που μου ζητούν απάνω τους να πέσω
Κι είναι, δε λέω, μια πρόκληση
Να ξεφουσκώσω από τον τόσο αέρα
Που έβαλα στα σπλάγχνα μου βαθιά
Είναι μια πρόκληση 
Ν’ανοίξω ένα ρήγμα σ’ό,τι είμαι
Μήπως και βγει από μέσα μου
Το άλλο που δεν είμαι
Και ησυχάσω
Μαγείρεψα, ο πλεονέκτης, τόση αγάπη
Κι μονομιάς την έφαγα
Κι ακόμα απ’την αγάπη αυτή βαραίνω
Η ζυγαριά μου αμείλικτα τρυπάει τα πέλματα 
Που αποθέτουν πάνω της της ελαφρώσεως την ελπίδα
Πες μου εσύ, που στον καθρέφτη μέσα ψηλαφίζεις τα περίσσια σου κιλά
Τι θα την κάνεις τόση αγάπη που μαγείρεψες μονάχος; 
Η θέση αντίκρυ στο τραπέζι η άδεια σε καλεί σε δίαιτα αυστηρή
Γύρισε, άλλαξε πλευρό το άχθος της αγάπης να μοιράσεις 
Μ’εκείνο το άλλο σου μισό που τόσο

Μόνο έχεις αφήσει