Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΣΠΟΝΔΗ


Σάββατο στην καρδιά της εβδομάδας

κι ακάλεστη
Μετέωρη
γυμνή
επιστρέφεις

από τα στέκια των μεταμφιεσμένων

Βράδυ που εκκρεμεί 
ώστε να ξεγελά 
η αρρυθμία του λεπτοδείχτη
στη μισάνοιχτη τραπεζαρία

και λες
πως το τραπέζι είναι στρωμένο,
και πως σε καρτερεί το ψάρι της λαχτάρας σου
ασπόνδυλο, χωρίς τρομάρα του πνιγμού

πως είναι μια μέρα 
μέσ' στις νύχτες ούτε που το λογάριασες
-μάλλον θα ξεγελάστηκες
που σ' έβγαλα απ' την εταζέρα
για να σου πάρω πίσω εκείνο το χαμόγελο 
της φωτογραφικής μου τέχνης
κι ήρθες να πάρεις και αυτό

παίρνω το ατσάλινο κλειδί του ρολογιού
και σπρώχνω εμπρός τις ώρες 
κι αυτές βρίσκουν το δρόμο τους
κι αρχίζουν να βροντάνε 

και τότε  
γυρίζεις πάλι 
στα συνήθη  στέκια 

Επίμονα ανώνυμο το στόμα
Δυο μαύρες τρύπες η σιωπή


κλείνεις την πόρτα βιαστικά
και 
στη μεγάλη σάλα
ρίχνεις το ασπροσέντονο
για να καλύψεις ό,τι απόμεινε απ' τις λέξεις
που πέσανε 
κατάχαμα στη γη

κι εγώ χαϊδεύω τα μακριά μαλλιά μου
μήπως και βρω το δρόμο της επιστροφής σε ό,τι άφησες δικό μου, 
τις άδειες κάμαρες,
το εικόνισμα της Παναγίας 
την πικρή ανάσα του καφέ,
του μαντηλιού τα ξόρκια 
και τα τραγούδια του νερού

και το Χριστό παντέρημο
να ευλογάει ορφάνιες 

" χαρά μου, γιατί  λίγνεψες κι έγινες κυπαρίσσι
και χλόμιασε ο ουρανός κι αγρίεψε ο ήλιος;
αγάπη μου, ξεχάστηκες  χρόνια στον άλλο κόσμο
κι αγρίεψες και μαύρισες κι έγινες σα βαμπάκι
που βάφτηκε στο ιώδιο να κάψει τα σκουλήκια"

Και σφούγγιξα τη θάλασσα
και ήπια το ποτάμι
και στ’ απειρόλευκο βαθύ
έκανα μακροβούτι





3 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό, συγκινητικό, λυρικός πόνος που μαγεύει την ψυχή... Μπράβο, Νίκο μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πετροβολάω τον πόνο τον απρόσκλητο, Αγάθη μου!
    σε ευχαριστώ για την εγγραφή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή