Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

στερνός δεκαπεντασύλλαβος

μανα, γερο με γεννησες
κι αγεννητο μ' αφηνεις
μπλεχτηκε η λιγοστη ψυχη
σε αραχνενια μπαλα
και κατρακυλησε βαθια
στου Αδη τις κρυψωνες
μανα μου, οταν πεθαινες
εσάλεψεν ο πευκος
κι ολα τα κουκουναρια του
επεσαν στην αυλη μου
τα μαζεψα τα φιλησα
τα εβαλα στη γλαστρα
και γιγαντωθηκαν οι οργες
που μονο μου μ αφηνεις
κι αν ημουν μανα κηπουρος
αν ηξερα απο ξορκια
θα τα σπερνα πολυ μακρια
σε στερφους αμπελωνες
μα μονο ξερω να κεντω
στου ασπρου την τρομαρα
λογια- λογακια νεκρικα
και τα πετω στα ψαρια
και αγριευει ο βυθος
κι η νυχτα ξαγρυπναει


Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Ἀνυπακοή



Αγρίεψαν οι ώρες
οι χωρίς εσέ
Κι οι λεπτοδείxτες σκάλωσαν
Κι απάνω τους σκοντάφτω

την αλφαβήτα απ´ την αρχή ψελλίζω
μήπως και ξαναθυμηθώ το αρχίγραμμα σου
αλλά σκοντάφτω πάλι στο όγδοο ψηφίο
της απόλυτης διαμέτρου
της υποχρεωτικά οριζόντιας
Και ξεγελιέμαι ότι μπορώ
να τη γυρίσω κάθετα
να πω πως ήτανε το Θ του απαγορευμένου δρόμου
πως ήταν ένα Φ της ψεύτρας φαντασίας μου,


Ίσως γιατί αρνιόμουν να δεχτώ
τη συμβουλή του θείου μου, Υπέργηρου ωρολογοποιού,
πως μόνο δεξιόστροφα πηγαίνουν τα ρολόγια
παράκουσα τη συμβουλή

Και χάλασα τις ώρες
κι έχω παντού μετέωρα στο σπίτι
μου
ανάπηρα
ρολόγια
με ανάπηρους
αγκαθωτούς
τους λεπτοδείχτες

-Κι ας είμαι ωροδρόμος
τρανός-

να μου θυμίζουν
πως στο όγδοο το γράμμα
υποχρεωτικά
πρέπει να σταματήσεις
η  ώρα αυτή δε στρέφεται
οριζόντια σε πάει
και μάλιστα χωρίς εσέ




Τρίτη 14 Απριλίου 2015

ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Τις τελευταίες μέρες εντοπίζω
Κάπου νοτίως της καρδιάς μου 
Ένα βάρος
Που κατεβαίνει στην κοιλιά
Στης προστασίας μου το σάκο
Από τα τόσα αιχμηρά 
Που μου ζητούν απάνω τους να πέσω
Κι είναι, δε λέω, μια πρόκληση
Να ξεφουσκώσω από τον τόσο αέρα
Που έβαλα στα σπλάγχνα μου βαθιά
Είναι μια πρόκληση 
Ν’ανοίξω ένα ρήγμα σ’ό,τι είμαι
Μήπως και βγει από μέσα μου
Το άλλο που δεν είμαι
Και ησυχάσω
Μαγείρεψα, ο πλεονέκτης, τόση αγάπη
Κι μονομιάς την έφαγα
Κι ακόμα απ’την αγάπη αυτή βαραίνω
Η ζυγαριά μου αμείλικτα τρυπάει τα πέλματα 
Που αποθέτουν πάνω της της ελαφρώσεως την ελπίδα
Πες μου εσύ, που στον καθρέφτη μέσα ψηλαφίζεις τα περίσσια σου κιλά
Τι θα την κάνεις τόση αγάπη που μαγείρεψες μονάχος; 
Η θέση αντίκρυ στο τραπέζι η άδεια σε καλεί σε δίαιτα αυστηρή
Γύρισε, άλλαξε πλευρό το άχθος της αγάπης να μοιράσεις 
Μ’εκείνο το άλλο σου μισό που τόσο

Μόνο έχεις αφήσει

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

άντιστροφή

………………………………………………………
αδιαπραγμάτευτος ο ήλιος στη ματιά μου
στ’ αφτιά μου η νύχτα ακοίμητη
και η σιωπή
Ολόρθια
στους δείκτες μου
μα στα φτερά μου
επίμονη
η αναβολή
είμαι το τετραπέρατο θεριό
το τέρας των περάτων
που αναμένει
στις υπαίθριες συμβολές
τον πεπρωμένο εκτελεστή

του

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Σφίγγα

η Σφίγγα της σιωπής
πάνω στον τάφο
της νεκρής
φωνής
μου
αχ

για
πόσα
χρόνια
ακόμα θα
ερωτα ει αχ
ποιος ήτανε που
έζησε κάτω απ τον τάφο

τη ζωή μου


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ξεφύλλισα τα λόγια ως τη σιωπή
τα μάτια ίσαμε το φως
που σκουληκιάζει

κάτω από σωρούς
αποκεφαλισμένων
φίλων
ό,τι απομένει
απ’ την ψυχή μου

κι όμως
εξακολουθώ
να οπλοφορώ
ενάντια στο τίποτα

που και την τρύπα αυτή τη σκοτεινή
του φεγγαριού
που έπεσε παφλάζοντας μες στο μυαλό μου
πάει να κλείσει
να τσιμεντώσει την κραυγή
πριν γίνει ψίθυρος
πριν γίνει χώμα της σιωπής

παίρνω τα μέτρα του καθρέφτη
που ίσα-ίσα με χωράει
για να προβάρω την πιο ερεθιστική αυτοκτονία

και στέκω εκστατικά εκεί
και περιμένω να φανεί
αυτό το τι το σκοτεινό
και με το ολόρθιο όργανό μου
να το τρυπήσω
να πλημμυρίσω
από το σπέρμα
της σιωπής

ςςς
αιτία θανάτου
θάνατος

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΝΑ

Στάζω φαρμάκι στον ανθό
που έχει αρρωστήσει
μέσα στης μάνας την αυλή
κι όλο χαμωκοιτάζει

μα σαν μαραίνεται ο ανθός
φαρμάκια δεν το σώζουν
γιατί είναι οι ρίζες του βαθιά
στη γη του άλλου κόσμου

-βρες, καλέ μάνα, αγιασμό
κι έλα να το ραντίσεις
τ’ ανθάκι που μαραίνεται,
με ξόρκια της αγάπης

-πού να βρω, γιε μου, αγιασμό
μου σώθηκε η ανάσα
χρόνια και χρόνια που γυρνώ
σε τούτη την αυλίτσα;

-ε, τότε πιάστο απ’ το κορμί
και τράβα το απ’ τη ρίζα
δώστο σε μένα που περνώ
από βαθύ ποτάμι
να το πετάξω στο βυθό
για να το φαν τα ψάρια
να γίνει κάτι από σιωπή
κάτι από σκοτάδι
να μη το βλέπω να γερνά
και μου χτυπούν τα στήθια

-κι άν το χαλάσω, γιόκα μου,
τι θα χω για να κλαίω
που απόμεινα σε μιαν αυλή
με ένα ξερό λουλούδι;
Αν το τραβήξω από τη γη
τίποτα δε θα μείνει
απ’ τ’ άλλου κόσμου τη θωριά
για να χω ν’ αγναντεύω