Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012





Ἀκορντεόν


Τὰ χέρια ποὺ σωπάσανε τὰ σωθικά μου
ἀγρίμια
καὶ τ ἀγριεμοῦ τους πήρανε τ ἀνήμερο ἀγκάθι
τὰ χέρια αὐτὰ ποὺ ντύθηκαν τῆς προσευχῆς
τὸν τρόμο
κι ἀλύχτησαν μεσάνυχτα ῥίγη τῆς ἄλλου κόσμου

ποὺ μὲ τὰ ὡραῖα δάχτυλα ἐσμίξανε
τὶς ὧρες
καὶ μέσ στ αὐλάκια τὰ βαθιὰ εὐώδιασαν
ποτάμι
ποὺ τάξανε στὸ ἀνείπωτο στοργή κυπαρισσένια
καὶ τὰ ῥολόγια σφίξανε κι ἐβρόντησε ἡ σιωπή τους

Αὐτὰ τὰ χέρια ὡς ἐδῶ
Μόνο τὸ ἀνείπωτο μπορῶ ν ἀφηγηθῶ.
Πρὸς τὸ παρὸν
στὴ διαπασῶν
ἡ μουσικὴ ἐντός μου
Εἶναι κι αὐτὸ τὸ ἀκορντεὸν
ποὺ κάθε νύχτα
στὰ σκοτεινὰ ἐκεῖ
ποὺ ἡ πόλη λιγοστεύει
γράφει παλίνδρομο παλμὸ
μιὰ στὴν ἀρχὴ καὶ μιὰ
στὸν τελειωμό μου

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ars tremenda



…ἀγρίευε τὴ λάσπη ποὺ πατοῦσε
νὰ προλάβει
-νύχτα-
ν’ ἀναστήσει
τὴ νεκρὴ
τοῦ κόσμου ὁ ποιητής
προτοῦ λαλήσει ἀλέκτωρ τρεῖς
κι ἀναστηθοῦν οἱ ἀρνήσεις
κι οἱ Ἰουδαῖοι  «ἆρον»
κράξουνε ξανὰ
πρὶν ἀπ’ τὸ θαῦμα

Σταμάτησε γιὰ μιὰ στιγμὴ
πάνω ἀπὸ ἕνα ῥυἀκι
ποὺ λίμναζε στὴν ἄγρια γῆ
κάτω ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια να δεῖ
κατάλοιπα ἀνθρώπων ἀφημένα-
λόγια ἀποτσίγαρα θαμμένα-
σὲ πόρνες συναθροίσεις

Μὰ ἡ νύχτα ἡ πανσέληνη-
ἀπόλυτο γυαλί-
μὴ μὲ ρωτήσεις πῶς-
χαμήλωνε τὸ φῶς
ἀπάνω στὸ θαμπὸ νερὸ
καὶ δυὸ μονάχα μάτια ἀντανακλοῦσε
ποὺ ἐπίμονα κοιτούσανε να δοῦνε
τὰ λείψανα στὴ ῥίζα τοῦ νεροῦ

κι ἤτανε τόσο ἀπόλυτη
ἔξω ἀπ’ τὰ τείχη τοῦ θανάτου
ἡ νύχτα
ποὺ ἄλλο τίποτα, ἐξὸν
ἀπὸ τὴ θλίψη της
ἡ θλίψη του δὲν μπόρεσε νὰ  δεῖ

Ἤτανε βοῦρκος-πλέον -
τὸ ῥυάκι
Κι ὅσες τῆς λύπης
στάλες βούρκωσαν ἐντός του
δὲ μπόρεσαν τὸ θάμπος να ξεπλύνουν

Προσπέρασε
Διασκέλισε
ἐσπρώχτηκε
μέσ’ στοῦ θανάτου τὸ συνωστισμὸ
μέσα στὰ τείχη ποὺ ἡ νεκρὴ περίμενε

Δὲν ξέρω πῶς
λίγο τὸ φῶς
πολλὴ ἡ βουὴ
κι ὅμως αὐτὸς
τοῦ πονεμένου μου χεριοῦ
ἔνοιωσε τ’ ἄγγιγμα
στὶς ῥίζες τῶν ποδιῶν του

Μοῦ δειξε βιαστικὸς ἐκεῖ
Ποὺ ἡ νεκρὴ περίμενε
«περίμενε» τοῦ εἶπα
«καὶ ἐμένα!
Τόσα κορμιὰ ἐκεῖ μέσα
Πεθαμένα
τί ἆραγε ἀπὸ θάνατο νὰ ξέρουν;»

Τοῦ φίλησα τὰ λασπωμένα πόδια
μοῦ φίλησε τὰ πονεμένα χέρια
καὶ φύγαμε μαζὶ
ἔξω ἀπ’ τὰ τείχη
τοῦ θανάτου

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ἀπὸ τὴν κόψη



τραυματισμένος Επειδή
στο να πλευρό τον ύπνο μου αναπαύω
στο μαξιλάρι μου Επειδή
βυθίζω το να μάτι
να κλείσω του κενού την τρύπα
ξέχειλο τ’ άλλο
πνίγεται στο φως
είναι που
η ψυχή οσμίζεται φωτιά
κι απάνω της χιμάει
να σβήσει το σκοτάδι
είναι – όπως ξέρεις-
σώμα η ψυχή
(της αγωνίας έμπυρη)
που κάθε νύχτα σαν κι αυτή
τάζει στο θάνατο κερί
αώνια γι ν ζήσει
και ξάγρυπνη βροντά
την πύλη την αθέατη
στην κόψη του καιρού
προσμένοντας ν’ ανοίξει
Μα Εμένα
-ανάπηρη η ψυχή μου καθώς είναι
απ’ την πλευρά του σκοταδιού-
μόνιμα γέρνει στην επικράτεια του φωτός
 Και δεν μπορεί
-η φύση των πραγμάτων το απαιτεί
η αδήριτη του κόσμου ανάγκη-
θ’ αλλάξει η ψυχή πλευρό
και τότε το περίσσιο φως
θα φωνάξει στο σκοτάδι

«αγωνιζόμαστε, Ποιητή!
-ανθρώπινο το άχθος-
να ποιήσουμε λόγω
όσα  ποιούνται
στην κόρης το ασέληνο».
Γι αυτό αγωνιζόμαστε:
να ισορροπήσουμε τις μοίρες
της απόκλισης
ανάμεσα στο αθέατο φτερό της μυωπίας
και το θαμπό σώμα της πρεσβυωπίας
Γυαλιά, θα σου πει ο ειδικός
Γυαλιά συγκοινωνούντα
στο μεταίχμιο
αναρρίχησης και κατακρήμνισης
Εκεί
η κόψη του κύματος,
της ρίνας η οσμή
της υγρασίας του σκότους
η θερμή χειραψία
και της λάβας του πρωιού
η παγερή απουσία
του ίσκιου η ηδονή
που χτύπησε κατάστηθα
του κορμιού (του) την ακίδα
και
τόσο μόνο ακούγεται
σαν του άλογου της χαίτης
τη λαβωματιά
της ταξιδεμένης
στα βάθη της ανάποδης καρδιάς του

Λοιπόν,
προτιμώ τη νύχτα τη μέλαινα
την ώρα που
καταλαγιάζει η αντιδικία
των αποκλινόντων μου οφθαλμών
και διαιτητεύει αγέρωχα η όσφρηση
εκεί στην κόψη που λέγαμε
την ερωτική
της παρουσίας με την ανυπαρξία
σαν των Ναξίων τη Σφίγγα την αενάως επερχόμενη
στον αμφίλογο θρόνο της σιωπής
Έρχεται
Ακάλεστη
η όσφρηση
η κραταιή
της όρασης διάψευση

κι αν τώρα σέρνω – μετά πόνου-
το χέρι μου το ανάπηρο
στο υψιβαθές λευκό
είναι γιατί καλώ σε συστράτευση
όλες μαζί τις κόρες μου
τις απαρνημένες
ενάντια στην προδότρα όραση
ευτυχώς η πρωτότοκή μου
παιδιόθεν –όπως είπα-
με παραστέκει,
Καλώ τώρα τη γεύση
απ’ το ποτήρι που τιτίβισε
απάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο.
της ακοής την κόμη
που έσκιαξε τον φθινοπωρινό ήλιο
Στερνή ικετεύω
τη στερνή μου αφή.
Της είπα μια νύχτα
«κόρη μου,
λύπη σου είν’ η ομορφιά σου»
κι έκτοτε αυτή λικνίζεται
στο κύμα της ανάσας
του τρομαγμένου αλαφιού
αυτή την ακριβή καλώ
που ξερίζωσε τον αχινό
απ’ το στήθος της αγρύπνιας
που ανάσκελα εγύρισε τον αστερία των βυθών
κι έγραψε απ’ την αρχή το άλφα
και που το ωμέγα ανάποδα τραβώντας
ένωσε δυο φεγγάρια μεσ’ στη μεγάλη σκοτεινιά
του όγδοου μήνα, του ατέλειωτου
τελευταία την ανάθρεψα
πρώτη την απαρνήθηκα
πρώτη αυτή
μου αχρήστεψε το ψ
και μου ε
βαλε στα χείλη αυτό
το  λάμ
δα
της καταλλαγής
Είναι καιρός νομίζω , Ποιητή,
να βρω ένα τρόπο
αλλιώς να προφέρω
τη λέξη γυαλιά
για να ταιριάζει
στης όρασης το ψέμα
κι ανάπηρο το χέρι αν έχω
καλά μπορώ-νομίζω-
να σύρω μονοκονδυλιά
-σαν ένα κεφαλαίο Λάμ
δα
τις δυο παράλληλες τροχιές
της όρασής μου

να βλέπω μόνο πια
Όσα η αφή μου πίστεψε


Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Φθινοπωρινό παλίμψηστο



Αγαπώ το Φθινόπωρο
Γιατί μου αρέσει να εποπτεύω την επιστροφή των πραγμάτων
Σε όρθια θέση
Γι αυτό
Όσα έχω μαζέψει υπόλοιπα καλοκαιριού
βότσαλα, αγριάγκαθα, αστερίες ξερούς
τα χω αποθέσει πρώτη σειρά, περίοπτη
Να μπαίνεις να τα βλέπεις στη σάλα μας
Τη μουσική όπως έρχεσαι
Κι είναι απ’ αυτό η αγάπη μου που ατέλειωτα κάθε φθινόπωρο μου λέει - έστω και μ’ ένα χέρι λιγότερο και μ’ ένα μάτι που ολοένα θαμπώνει- να ελπίζω έν’ άλλο πιο δριμύ φθινόπωρο.
Άλλωστε μη λησμονείς
ότι απάνω εκεί στης μουσικής που λέγαμε
το περίοπτο σ’ έβαλα να καθήσεις
Να σε κλαίω και να με θρηνείς φθινόπωρο π.Χ
Ήμουν κι εγώ κάποτε
Όπως κι εσύ
Όταν παιδί θαρρούσα πως
Η ακμή του Καλοκαιριού
Φθινοπωρίζει μέσα μας
σαν το παλιό βιβλίο
που κλείστηκε αυτάρεσκα
στη σιωπή του ώσπου
-Αιώνες μετά-
ένα ζευγάρι μάτια να βρεθεί
Να συλλαβίσει απ’ την αρχή
Της μεσαίας σελίδας Το ανείπωτο.
Θυμήσου λοιπόν πως κάπου εκεί στο απροσπέλαστο της ηδονής του συλλέκτη
Συναντήθηκε ο ίσκιος του παλιού βιβλίου
και του χεριού ο ίσκιος που το συρε
από τη σιωπή
Και είπε το παιδί του φθινοπώρου ανήμερα
«υπάρχει»
Και η παλάμη είπε ξεφυλλίζοντάς το
«η αγάπη μου»
Ήταν εκείνο το αρχαίο φθινόπωρο
Που ενώθηκαν οι ίσκιοι σ’ ένα σώμα
και εγένετο η λέξη
«ανάγνωση»
Άλλωστε, δεν είναι η πράξη αυτή
η κορυφή της συνάρτησης,
δεν είναι, άραγε, Του αγριεμένου μελτεμιού η κόψη
ανάμεσα στην πορεία του χεριού
Να ψηλαφίσει το δριμύ
και της σελίδας Να δοθεί στην ευλάβεια της θωπείας;
Γι αυτό, μη μιλάς για ίσκιους, Ποιητή
Προπάντων να μη τους φοβάσαι
Μόνο οι νεκροί δεν έχουνε σκιά
Γιατί κοιμούνται αιώνια απάνω στη σκιά τους
Και το φθινόπωρο, μη λησμονείς,
Είν’ η αφορμή του φωτός
Να πει πως μόνο η θέση η κάθετη
Είναι οικεία στην αφή του αναγνώστη
Η άλλη είναι μνήμη
Του τέλους μιας ανάγνωσης
Όσο υπάρχει φθινόπωρο
Θα  υπάρχουνε σκιές
Τα σώματα για να θυμούνται στον κόσμο του φωτός
πόσο έχει η ψυχή κοιτάξει
πόσο έχει αφή μιλήσει
(που πάει να πει πόσο η ανάγνωση ερέθισε το φως)
Κι αν έχεις ψυχή μου
Αυτό το έχει
Τι να τα κάνεις τ’ απαρέμφατα;
Προσκύνησες τον άγιο Υπερσυντέλικο
Θεό-προστάτη του φωτός
Αιώνια Ανήμερα Φθινοπώρου π.Χ