Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΑΒΟΛΗ  

έξω απ' την πόρτα

που κλειδώθηκε

οι αναβολές                 βροντοχτυπάνε

και στις δαγκάνες μέσα

του Καλοκαιριού

οι υποσχέσεις              λειώνουν

του προσωπείου

ανήμπορη η αναμονή 

πάνω στο απόλυτο καρφί     αιωρείται 

στην αγκαλιά                        να πέσει

του μεγάλου ρόλου 


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

 

Κάποτε η φωνή μου
διεκδικούσε τον ορίζοντα
και τη μάλωνα
που αγρυπνούσε
πετροβολώντας τις αρχαίες λέξεις.
την έβαλα σε τάξη
και για να μη δραπετεύσει
τη διπλοκλείδωσα.
Και από τότε την κουβαλάω μαζί μου
Αιχμάλωτη
μα απειθάρχητη.
Και τη μασάω να τη χωνέψω να σταματήσω να περιμένω
τις ανείπωτες λέξεις
ΜΑ αυτή πάντα ανυπάκουη
σπάει τα φωνήεντα και ματώνει τα σύμφωνα
Κι έτσι αιχμηρή ανηφορίζει
Και τεμαχίζει σώματα
Ονόματα
Που ανήμπορα και φονικά παραμονεύουν
Να εκτελέσουν τη σιωπή

 

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Οι φίλοι μου ταξίδεψαν
οι λέξεις μου λιγόστεψαν
τώρα
με το κεντρί
αμείλικτο
στην επικράτεια του ήλιου
αλίμενες
οι λέξεις μου
αλυχτάνε:
..άρκος
..άλας
…αγίας
Κι η θάλασσα λιγότερη
Κι η γη μεγάλη
Εμπρός
Κι η μνήμες
Του υπεσχημένου Αύγουστου
Μισές
Στις φονικές μου εταζέρες.

Όπου αγγίζω κόβομαι

Άνω τελεία η προσμονή
Καρφώθηκε στον άνεμο
Και καρτερεί
Ένα σσίγμα
Τελικό

Για να την ξεκρεμάσει

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Νύχτα Αυγουστιάτικη (μνήμη αναδρομική)

μια και συνήθως νύχτα
συναντιόμαστε
μια κι είμαστε πιο γνώριμοι
τις νύχτες
ξεθάρρεψα και άπλωσα το χερι μου
αντίκρυ στο σκοτάδι..

νόμιζα ότι άγγιξα το στρογγυλό κεφάλι σου
μα-διχως να το θέλω-
(λίγο η λαχτάρα
λίγο η λάμψη σου
που' χανε ξεχαστεί)
ξερίζωσα της νύχτας το κεφάλι
που πάφλασε
και χάθηκε
στο σκοτεινό νερό

στο ημερολόγιο θυμάμαι
Αυγούστου εικοσιοχτώ 
κι όλος ο μήνας μέσα μου
θριαμβευτής
βαρύς
και
ανόητος
προπάντων

όπως η νύχτα
η ατόφια
που έχασε το
κεφάλι της
στο
σκότεινο νερό

και ψάχνοντας να το βρει
πνίγηκε
η καημένη
στα βάθη του ανόητου εαυτού της

κι εγώ
δίχως νύχτα
δίχως φεγγάρι
απόμεινα έναν Αύγουστο γυμνό
διάφανο, βαρύ κι ανόητο-προπάντων
όπως η μέλισσα που τσίμπησε το φως
να έχω εραστή των αμέριμνων σεντονιών μου

που να ξερα, ο ανόητος
πως ήτανε της νύχτας το κεφάλι
μια λικνιζόμενη με τόση χάρη λάμψη στο νερό;
πως ήταν ένα φάντασμα, ένα ανεμομάντηλο, μια λευκή σκιά;

κι εγώ που νόμιζα πως ήτανε
μια τρύπα στο σκοτάδι,
του κύκλου το τελείωμα
απ του καιρού το γύρισμα
πως ήταν ένα ακίνητο χαμόγελο
της πέτρας
που πέταξε μέσα μου βαριά,
ο Αύγουστος;


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ψίθυροι

Τώρα που νύχτωσε
του μάρμαρου η λευκότης με καλεί
ίσια στο δρόμο απάνω του φωτός να περπατήσω
στην κλειδωμένη κάμαρη
οπου’ χα χρόνια φυλακίσει
δυο χέρια τορνευτά
στα αυλάκια της ανάγκης
ταιριασμένα
δυο πόδια αήττητα
γραμμένα με ακρίβεια κεραυνού
στου αναπόδραστου έρωτα
το εξαίσιο σχήμα
ένα αθώο κεφάλι
της σιωπής
που αναμένει της υπόσχεσης
το σώμα ν’ ακουμπήσει
μιας λαχτάρας τη γυμνή σκιά
που σπαρταράει το ψάρι της ανάγκης

τώρα που νύχτωσε
φωτίσανε τα αγάλματα
της φυλακής
και σαν δρεπάνι αμείλικτο
το ερωτηματικό κρεμάσανε

στο ακαριαίο τώρα

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ένα ελεγείο


Το σπίτι που’ χα
πυρπολήθηκε
απ’ τη φλόγα
που αναμμένη σε καρτέραγε

στη στάχτη του οσφραίνομαι
τη βάρκα που με παίρνει
πλαταγίζοντας τον ίσκιο σου
στο αινιγματικό γυαλί

κοιτάζομαι
στο στόμα της σιωπής
κι όλες μαζί οι φωνές σου
με καλούν,
η Ηλέκτρα,
η Αντιγόνη,
η άβυσσος,
στη γη που στήνουν  πάλι το χορό
κορμιά και προσωπίδες
σκορπάω απ’ τις τσέπες μου
ψυχές επιφωνημάτων
στ’ αγέρωχα βουνά
να σπλαχνιστούν τον ίσκιο μου

και θεατής αθέατος
συνοδείας κορυφών
καλπάζω στον αλαλαγμό

τώρα αναδεύοντας τον κεραυνό
κυρίαρχος του ανείπωτου
πολίτης
ενεδρεύω

και σαν λιγνό θαυμαστικό
πάνω από την τέλεια στιγμή
ακροκορυφοπατώ