Τώρα, εγώ, εδώ, τρεις λέξεις βαριές σαν το μολύβι, που πρέπει μόνος μου να διαχειριστώ ακούγοντας τη δική μου σιωπή, αυτή που άφησα φεύγοντας μέσα σε τόνους βιβλίων, μέσα σε πακτωλούς από χαρτιά και σημειώματα..
Παρασκευή 25 Μαΐου 2012
Πέμπτη 24 Μαΐου 2012
Μαθήματα γραμματικής για αρχάριους
Ζω :Ρήμα αμετάβατο και /προπαντός/ αμετάθετον
Μόνο ζω
Χωρίς προσδιορισμούς
Προκαθορισμούς χωρίς
Η ενέργεια από μένα
Και σε μένα πάλι
Από ένα κέλυφος βγαλμένος
Και πάλι πίσω σε αυτό επαναπατρισμένος
Κλεισμένος στο απέραντο
Που μου ορίστηκε να ζω
Αλλά ζω
Και ψηλαφίζω
Ό,τι (μου) απόμεινε
Απ’ τ’ άλλο που με άγγιξε
και…
Ζω
Υπάρχω : Ρήμα αμετάβατο, συνδετικό
Υπάρχω και…
Υπάρχω μόνος
Υπάρχω ακέραιος ή μισός
Και δεν υπάρχω δίχως
Το ακέραιο μισό μου
Υπάρχω σχοινοβάτης
Του κενού τώρα
Που καρτερεί
Το αύριο παρόν
Κι από τις άδειες τσέπες μου
Πετώ σχοινοβατώντας
Της ύπαρξής μου
Το άγριο κενό
Ὑπάρχω
ρήμα ελλειπτικό
υπάρχω εγώ
υπάρχεις εσύ
και δεν υπάρχει
άλλος
ὅσο ὑπάρχω ἐγὼ κι ἐσύ
κι όσο αγριεύοντας
πηγαίνει η ομορφιά..
θα υπάρχεις και θα
υπάρχω
κι όσο από σένα κι
από μένα
θα χορεύει η φλόγα
του κεριού
απάνω στο γυμνό
τραπέζι
θὰ ὑπάρχουμε
κι όσο η φωνή μου
στο πηγάδι
θα τραντάζει
τον ανάποδο ουρανό
θα υπάρχεις
Αγαπάω
Ρήμα ασυναίρετο
Κατά την εισπνοή
Συνηρημένο στη
σιωπή
Αγαπώ και
Ακροβατώ
Στη μετάβαση της
αρχής και του τέλους
Αγαπώ
Κι αιώνια ποδηλατώ
Ανάμεσα σ’αυτούς
τους δυο τροχούς
Τεντώνοντας γερά
την αλυσίδα μου
Αγαπώ
Κι αγωνιώ
Και αγιάζω τη λύπη
Και αγριεύω τη
χαρά
Και αγγίζω το α
Κι αγκαλιάζω το ω
Που
φέρνει από σένα η νύχτα
Ἀγαπά ὼ – ῶ
Ρήμα το μουσικόν,
Καθώς,
σε μια χορδή
τέλος εγώ
αρχή εσύ
πασχίζουμε να
ενώσουμε
τ’ανάπηρά μας ύψη
Τραβάς το α
Γέρνω το ω
Και τότε ναι,
Ἀγαπά ὼ – ῶ
Προοπτικά-άλλωστε-
Ενώνουν οι
παράλληλες τροχιές
Όταν βουνό μπροστά
..
και αντιλαλούν δυο στεναγμοί μέσα
σε ένα ω
και αντιλαλούν δυο στεναγμοί μέσα
σε ένα ω
Ὑποσημείωση
Μετέωροι
στοχασμοί πάνω σε πρωτόλειες απορίες
νεαρού
μαθητή
ονόματι
Σ…. Ε……
Αυτό
το παιδί, λοιπόν,
ξύπναγε
νωρίς-νωρίς
κάθε
πρωί
σφιχτόδενε
ένα τσούρμο λέξεις
πάνω
στο τσέρκι του-
το
φύλαγε καλά τις νύχτες
κάτω
απ’το μαξιλάρι
φοβούμενος
ένα πρωί που θα ρθει
δἰχως (τις) λέξεις (του)
και
ταξίδευε τους δρόμους
και
στο τσιμέντο πέφτοντας η κάθε λέξη
άνοιγε
πληγές-
ίχνη
τα λεγε αυτός-
γιατί κανείς-εκτός αυτού-
άλλος
κανείς δεν ήξερε,
πως
απ’τις λέξεις του
ήτανε
αυτά σημάδια.
Ώσπου μια μέρα
Έσπασε
ο κύκλος
Και –
κθώς
το ρ, αν το σύρεις
απ’τη
μια απλώνεται απ’την άλλη
(κι
ανοίγει ο πυρήνας του και τελειωμό δεν έχει
Και
ξετυλίγει ο κύκλος του μέχρι γραμμή να γίνει)
Έτσι
λύθηκαν οι λέξεις του
οι
ακριβές του λέξεις,
τις
είχε-βλέπετε- αγοράσει
απ’το
υστέρημά του,
Κι
ελεύθερες πετάξανε στους δρόμους
Κι
απλώσανε οι γειτονιές
Κάποια
απ’αυτές ξεστράτισε
Κι
έπεσε στο κατώφλι μου
Χτες
βράδυ
Και
μιας που είμαι περί
Τις
λέξεις
Ειδικός
Είπα
να συμπληρώσω
Μια
παλιά έκδοση
Της
Γραμματικῆς μου
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
φωτοσκιάσεις
Χτες βράδυ έκανα χάζι τη σκιά μου
Μονίμως πεταμένη
Επίμονα αφημένη
στη δεξιοτεχνία του ημίφωτος
Είπα να τη σηκώσω,
Ήτανε, βλέπεις, κι αυτό το επίμονο κενό στον καναπέ
που διέθετε απλόχερα μια θέση
στη σκιά μου
Ασήκωτη
Βαριά
Πεσμένη
Λυπημένη
μου έγνεψε
να τη σηκώσω
Τη σπλαχνίστηκα
Έτσι που ήτανε πεσμένη
νωχελικά μπλεγμένη
μέσ’ στις κλωστές του φεγγαριού
Ξάπλωσα δίπλα της
Την πήρα αγκαλιά
Και κοιμηθήκαμε μαζί πεσμένοι
Ξύπνησα το πρωί
μακριά από τη σκιά μου
κι αναρωτήθηκα
αν ήτανε αυτή που έφυγε
ή εγώ
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
κέικ σοκολάτα
Σάββατο βράδυ
Είπα να φτιάξω κέικ σοκολάτα
Πείραμα αρχάριου σκέφτηκα
Να λειώσει αυτός ο συμπαγής κορμός
Να γίνει απαλό, βαθύ ποτάμι
Θέλει , είπα, χέρια καθαρά αυτή η απόπειρα μεταλλαγής
Ετοίμασα τα χέρια μου
Κι έβγαλα τα μαχαίρια μου
Τα έπλυνα
Τα κοίταξα
Τα βύθισα
Στο σκοτεινό ποτάμι.
Έπλασα κάτω εκεί
Ξανά από την αρχή
Αγγίγματα, φιλήματα,
Ευχές και ενοχές
Και
Τις πληγές που πλήθυνα
Κι αυτές τις βύθισα
Και βυθισμένο εκεί
Εν μέσω ρέμβης και βροχής
Ένοιωσα να με τραβά
στη σκοτεινή του δίνη το πέτρινο ποτάμι
και τράβηξα τα χέρια μου κι απόθεσα τις μνήμες μου
μέσ’στη γλυκιά σιωπή του
στην πόρτα χτύπημα
ένας βρεγμένος άγγελος
δύο φτερά ανήμπορα
και στο τραπέζι απάνω αχνιστό
το κέικ των χεριών μου
το έφαγε μεμιάς
και έφαγε τις μνήμες μου
τις ενοχές μου
τις πληγές μου
τίναξε τις φτερούγες του
και πέταξε μακριά
Σάββατο βράδυ
Δε βαριέσαι, είπα
Καλύτερα δυο χέρια ανάπηρα
Σε στόμα αγγελικό
Παρά σε σώμα δανεικό
Πιασμένα
Καληνύχτα σας
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012
αργά το βράδυ
Χτες πίναμε καφέ με το φεγγάρι
άναψα τσιγάρο
κι εκεί που κάπνιζα αργά
το βράδι-βράδι
μου ξέφυγε απ’το στόμα
ευλύγιστο ένα σώμα
δυο χέρια ανήμπορα
κι ένα βαρύ κεφάλι
έκανα να το πιάσω
του έκλεισε το μάτι το φεγγάρι
κι εκείνο ανταποκρίθηκε στο νεύμα
και πάει , πάει
συντροφιά κακή είναι το φεγγάρι
μου έπεσε το τσιγάρο στο κενό
κι ακόμα πάει
άναψα τσιγάρο
κι εκεί που κάπνιζα αργά
το βράδι-βράδι
μου ξέφυγε απ’το στόμα
ευλύγιστο ένα σώμα
δυο χέρια ανήμπορα
κι ένα βαρύ κεφάλι
έκανα να το πιάσω
του έκλεισε το μάτι το φεγγάρι
κι εκείνο ανταποκρίθηκε στο νεύμα
και πάει , πάει
συντροφιά κακή είναι το φεγγάρι
μου έπεσε το τσιγάρο στο κενό
κι ακόμα πάει
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)