Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

 

ΑΣΥΝΤΑΚΤΟ

Τόσα καμπύλα λάμδα

Τόσα δέλτα λυγερά

Τόσα α της αγωνίας

Και τόσα ρω σταματημένα

Σ’ εκείνη την αξέχαστη ροή

Του ποταμού που μας συνάντησε

Πόσες ανείπωτες προστακτικές

Της προσευχής

Παλιώσανε

Αφόρετα

Στα στόματα

Που κλείστηκαν

Στα χείλη

Που σφραγίστηκαν

Σ’ ένα τραπέζι αντικρυστό

Μιας θλιβερής επετείου ..

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΑΒΟΛΗ  

έξω απ' την πόρτα

που κλειδώθηκε

οι αναβολές                 βροντοχτυπάνε

και στις δαγκάνες μέσα

του Καλοκαιριού

οι υποσχέσεις              λειώνουν

του προσωπείου

ανήμπορη η αναμονή 

πάνω στο απόλυτο καρφί     αιωρείται 

στην αγκαλιά                        να πέσει

του μεγάλου ρόλου 


Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

 

Κάποτε η φωνή μου
διεκδικούσε τον ορίζοντα
και τη μάλωνα
που αγρυπνούσε
πετροβολώντας τις αρχαίες λέξεις.
την έβαλα σε τάξη
και για να μη δραπετεύσει
τη διπλοκλείδωσα.
Και από τότε την κουβαλάω μαζί μου
Αιχμάλωτη
μα απειθάρχητη.
Και τη μασάω να τη χωνέψω να σταματήσω να περιμένω
τις ανείπωτες λέξεις
ΜΑ αυτή πάντα ανυπάκουη
σπάει τα φωνήεντα και ματώνει τα σύμφωνα
Κι έτσι αιχμηρή ανηφορίζει
Και τεμαχίζει σώματα
Ονόματα
Που ανήμπορα και φονικά παραμονεύουν
Να εκτελέσουν τη σιωπή

 

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Οι φίλοι μου ταξίδεψαν
οι λέξεις μου λιγόστεψαν
τώρα
με το κεντρί
αμείλικτο
στην επικράτεια του ήλιου
αλίμενες
οι λέξεις μου
αλυχτάνε:
..άρκος
..άλας
…αγίας
Κι η θάλασσα λιγότερη
Κι η γη μεγάλη
Εμπρός
Κι η μνήμες
Του υπεσχημένου Αύγουστου
Μισές
Στις φονικές μου εταζέρες.

Όπου αγγίζω κόβομαι

Άνω τελεία η προσμονή
Καρφώθηκε στον άνεμο
Και καρτερεί
Ένα σσίγμα
Τελικό

Για να την ξεκρεμάσει

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Νύχτα Αυγουστιάτικη (μνήμη αναδρομική)

μια και συνήθως νύχτα
συναντιόμαστε
μια κι είμαστε πιο γνώριμοι
τις νύχτες
ξεθάρρεψα και άπλωσα το χερι μου
αντίκρυ στο σκοτάδι..

νόμιζα ότι άγγιξα το στρογγυλό κεφάλι σου
μα-διχως να το θέλω-
(λίγο η λαχτάρα
λίγο η λάμψη σου
που' χανε ξεχαστεί)
ξερίζωσα της νύχτας το κεφάλι
που πάφλασε
και χάθηκε
στο σκοτεινό νερό

στο ημερολόγιο θυμάμαι
Αυγούστου εικοσιοχτώ 
κι όλος ο μήνας μέσα μου
θριαμβευτής
βαρύς
και
ανόητος
προπάντων

όπως η νύχτα
η ατόφια
που έχασε το
κεφάλι της
στο
σκότεινο νερό

και ψάχνοντας να το βρει
πνίγηκε
η καημένη
στα βάθη του ανόητου εαυτού της

κι εγώ
δίχως νύχτα
δίχως φεγγάρι
απόμεινα έναν Αύγουστο γυμνό
διάφανο, βαρύ κι ανόητο-προπάντων
όπως η μέλισσα που τσίμπησε το φως
να έχω εραστή των αμέριμνων σεντονιών μου

που να ξερα, ο ανόητος
πως ήτανε της νύχτας το κεφάλι
μια λικνιζόμενη με τόση χάρη λάμψη στο νερό;
πως ήταν ένα φάντασμα, ένα ανεμομάντηλο, μια λευκή σκιά;

κι εγώ που νόμιζα πως ήτανε
μια τρύπα στο σκοτάδι,
του κύκλου το τελείωμα
απ του καιρού το γύρισμα
πως ήταν ένα ακίνητο χαμόγελο
της πέτρας
που πέταξε μέσα μου βαριά,
ο Αύγουστος;


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ψίθυροι

Τώρα που νύχτωσε
του μάρμαρου η λευκότης με καλεί
ίσια στο δρόμο απάνω του φωτός να περπατήσω
στην κλειδωμένη κάμαρη
οπου’ χα χρόνια φυλακίσει
δυο χέρια τορνευτά
στα αυλάκια της ανάγκης
ταιριασμένα
δυο πόδια αήττητα
γραμμένα με ακρίβεια κεραυνού
στου αναπόδραστου έρωτα
το εξαίσιο σχήμα
ένα αθώο κεφάλι
της σιωπής
που αναμένει της υπόσχεσης
το σώμα ν’ ακουμπήσει
μιας λαχτάρας τη γυμνή σκιά
που σπαρταράει το ψάρι της ανάγκης

τώρα που νύχτωσε
φωτίσανε τα αγάλματα
της φυλακής
και σαν δρεπάνι αμείλικτο
το ερωτηματικό κρεμάσανε

στο ακαριαίο τώρα

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ένα ελεγείο


Το σπίτι που’ χα
πυρπολήθηκε
απ’ τη φλόγα
που αναμμένη σε καρτέραγε

στη στάχτη του οσφραίνομαι
τη βάρκα που με παίρνει
πλαταγίζοντας τον ίσκιο σου
στο αινιγματικό γυαλί

κοιτάζομαι
στο στόμα της σιωπής
κι όλες μαζί οι φωνές σου
με καλούν,
η Ηλέκτρα,
η Αντιγόνη,
η άβυσσος,
στη γη που στήνουν  πάλι το χορό
κορμιά και προσωπίδες
σκορπάω απ’ τις τσέπες μου
ψυχές επιφωνημάτων
στ’ αγέρωχα βουνά
να σπλαχνιστούν τον ίσκιο μου

και θεατής αθέατος
συνοδείας κορυφών
καλπάζω στον αλαλαγμό

τώρα αναδεύοντας τον κεραυνό
κυρίαρχος του ανείπωτου
πολίτης
ενεδρεύω

και σαν λιγνό θαυμαστικό
πάνω από την τέλεια στιγμή
ακροκορυφοπατώ



Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Αποχαιρετισμός

τις λέξεις που με κέρασες
τις πρώτες
τις ήπια ως το βυθό
του διάπλατου Αυγούστου  
όταν η ευσπλαχνία
του μεσημεριού
ευώδιαζε μέσα στις γειτονιές
το φως

κι αυτό έσμιγε τους ίσκιους μας
στον ταπεινό ασβέστη
μαζί με τους αγίους
που κρέμονταν
στ’ αμπέλια και στις καλαμιές
στα βουερά γεράνια και
στα αγκαθωτά τζιτζίκια

στ' άγιο κανάτι με το σκιαγμένο νερό
απάνω στο τραπέζι
που σ’ έκοβε στα δυο
κι απόμενε από σένανε
ό, τι είχα πια  
απ’ το φως
να σε θυμάμαι
και να σε συγχωρώ

και ξέραινες τις λέξεις τις χλωρές
στην ευωδιά του Ήλιου
και τις θρυμμάτιζες
απάνω στην ψυχή μου
που έτρωγα
και ψήλωνα
και σκάλωνα στον κεραυνό

εκεί
στο θρόνο του Αυγούστου
καθισμένος

σε είδα κάποτε
να λιγοστεύεις στο στενό πέρασμα
ουρανού και γης
και σε συλλάβισα
προτού σε πάρουν τα ουρλιαχτά
των τροχοφόρων
γύρισες κι είπες "μη φοβάσαι· ένας είναι ο δρόμος"
κι η ακτινογραφία του φωτός
δικαίωσε τα μάτια
σου που απόμειναν
μετά από τη φοβέρα

κι εγώ για να σηκώσω τον ίσκιο σου που γλίστρησε μέσ’ στον ασβέστη
άφησα ακοίμητο το χέρι
έξω απ’ την κούνια
σε στάση προσευχής
παραμερίζοντας τον αέρα που μας χώριζε

τώρα μέσα στο διάπλατο αλφαβητάρι
με τη σχισμένη ράχη
μυρίζω απ’ την αρχή τις μέρες
Που φίλαγες το χέρι μου
Και μ’ άφηνες σημάδι
Πάνω στη φλέβα τη βαθιά
Που γίνονταν ποτάμι
Και άδειαζε στα μάτια μου
Τις ώρες της φυγής σου
Κι έπιανα τότε το χαρτί
Και χάραζα τη μέρα
Για να σε βρω στου ολόλευκου
Τα βάθη να κοιμάσαι
Κι έτσι ήρεμη κι αφίλητη
Σε έκανα εικόνα
Και σε συλλάβιζα ξανά
Στου ύπνου την τρομάρα



Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

ΣΠΟΝΔΗ


Σάββατο στην καρδιά της εβδομάδας

κι ακάλεστη
Μετέωρη
γυμνή
επιστρέφεις

από τα στέκια των μεταμφιεσμένων

Βράδυ που εκκρεμεί 
ώστε να ξεγελά 
η αρρυθμία του λεπτοδείχτη
στη μισάνοιχτη τραπεζαρία

και λες
πως το τραπέζι είναι στρωμένο,
και πως σε καρτερεί το ψάρι της λαχτάρας σου
ασπόνδυλο, χωρίς τρομάρα του πνιγμού

πως είναι μια μέρα 
μέσ' στις νύχτες ούτε που το λογάριασες
-μάλλον θα ξεγελάστηκες
που σ' έβγαλα απ' την εταζέρα
για να σου πάρω πίσω εκείνο το χαμόγελο 
της φωτογραφικής μου τέχνης
κι ήρθες να πάρεις και αυτό

παίρνω το ατσάλινο κλειδί του ρολογιού
και σπρώχνω εμπρός τις ώρες 
κι αυτές βρίσκουν το δρόμο τους
κι αρχίζουν να βροντάνε 

και τότε  
γυρίζεις πάλι 
στα συνήθη  στέκια 

Επίμονα ανώνυμο το στόμα
Δυο μαύρες τρύπες η σιωπή


κλείνεις την πόρτα βιαστικά
και 
στη μεγάλη σάλα
ρίχνεις το ασπροσέντονο
για να καλύψεις ό,τι απόμεινε απ' τις λέξεις
που πέσανε 
κατάχαμα στη γη

κι εγώ χαϊδεύω τα μακριά μαλλιά μου
μήπως και βρω το δρόμο της επιστροφής σε ό,τι άφησες δικό μου, 
τις άδειες κάμαρες,
το εικόνισμα της Παναγίας 
την πικρή ανάσα του καφέ,
του μαντηλιού τα ξόρκια 
και τα τραγούδια του νερού

και το Χριστό παντέρημο
να ευλογάει ορφάνιες 

" χαρά μου, γιατί  λίγνεψες κι έγινες κυπαρίσσι
και χλόμιασε ο ουρανός κι αγρίεψε ο ήλιος;
αγάπη μου, ξεχάστηκες  χρόνια στον άλλο κόσμο
κι αγρίεψες και μαύρισες κι έγινες σα βαμπάκι
που βάφτηκε στο ιώδιο να κάψει τα σκουλήκια"

Και σφούγγιξα τη θάλασσα
και ήπια το ποτάμι
και στ’ απειρόλευκο βαθύ
έκανα μακροβούτι





Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

στερνός δεκαπεντασύλλαβος

μανα, γερο με γεννησες
κι αγεννητο μ' αφηνεις
μπλεχτηκε η λιγοστη ψυχη
σε αραχνενια μπαλα
και κατρακυλησε βαθια
στου Αδη τις κρυψωνες
μανα μου, οταν πεθαινες
εσάλεψεν ο πευκος
κι ολα τα κουκουναρια του
επεσαν στην αυλη μου
τα μαζεψα τα φιλησα
τα εβαλα στη γλαστρα
και γιγαντωθηκαν οι οργες
που μονο μου μ αφηνεις
κι αν ημουν μανα κηπουρος
αν ηξερα απο ξορκια
θα τα σπερνα πολυ μακρια
σε στερφους αμπελωνες
μα μονο ξερω να κεντω
στου ασπρου την τρομαρα
λογια- λογακια νεκρικα
και τα πετω στα ψαρια
και αγριευει ο βυθος
κι η νυχτα ξαγρυπναει


Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Ἀνυπακοή



Αγρίεψαν οι ώρες
οι χωρίς εσέ
Κι οι λεπτοδείxτες σκάλωσαν
Κι απάνω τους σκοντάφτω

την αλφαβήτα απ´ την αρχή ψελλίζω
μήπως και ξαναθυμηθώ το αρχίγραμμα σου
αλλά σκοντάφτω πάλι στο όγδοο ψηφίο
της απόλυτης διαμέτρου
της υποχρεωτικά οριζόντιας
Και ξεγελιέμαι ότι μπορώ
να τη γυρίσω κάθετα
να πω πως ήτανε το Θ του απαγορευμένου δρόμου
πως ήταν ένα Φ της ψεύτρας φαντασίας μου,


Ίσως γιατί αρνιόμουν να δεχτώ
τη συμβουλή του θείου μου, Υπέργηρου ωρολογοποιού,
πως μόνο δεξιόστροφα πηγαίνουν τα ρολόγια
παράκουσα τη συμβουλή

Και χάλασα τις ώρες
κι έχω παντού μετέωρα στο σπίτι
μου
ανάπηρα
ρολόγια
με ανάπηρους
αγκαθωτούς
τους λεπτοδείχτες

-Κι ας είμαι ωροδρόμος
τρανός-

να μου θυμίζουν
πως στο όγδοο το γράμμα
υποχρεωτικά
πρέπει να σταματήσεις
η  ώρα αυτή δε στρέφεται
οριζόντια σε πάει
και μάλιστα χωρίς εσέ




Τρίτη 14 Απριλίου 2015

ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Τις τελευταίες μέρες εντοπίζω
Κάπου νοτίως της καρδιάς μου 
Ένα βάρος
Που κατεβαίνει στην κοιλιά
Στης προστασίας μου το σάκο
Από τα τόσα αιχμηρά 
Που μου ζητούν απάνω τους να πέσω
Κι είναι, δε λέω, μια πρόκληση
Να ξεφουσκώσω από τον τόσο αέρα
Που έβαλα στα σπλάγχνα μου βαθιά
Είναι μια πρόκληση 
Ν’ανοίξω ένα ρήγμα σ’ό,τι είμαι
Μήπως και βγει από μέσα μου
Το άλλο που δεν είμαι
Και ησυχάσω
Μαγείρεψα, ο πλεονέκτης, τόση αγάπη
Κι μονομιάς την έφαγα
Κι ακόμα απ’την αγάπη αυτή βαραίνω
Η ζυγαριά μου αμείλικτα τρυπάει τα πέλματα 
Που αποθέτουν πάνω της της ελαφρώσεως την ελπίδα
Πες μου εσύ, που στον καθρέφτη μέσα ψηλαφίζεις τα περίσσια σου κιλά
Τι θα την κάνεις τόση αγάπη που μαγείρεψες μονάχος; 
Η θέση αντίκρυ στο τραπέζι η άδεια σε καλεί σε δίαιτα αυστηρή
Γύρισε, άλλαξε πλευρό το άχθος της αγάπης να μοιράσεις 
Μ’εκείνο το άλλο σου μισό που τόσο

Μόνο έχεις αφήσει

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

άντιστροφή

………………………………………………………
αδιαπραγμάτευτος ο ήλιος στη ματιά μου
στ’ αφτιά μου η νύχτα ακοίμητη
και η σιωπή
Ολόρθια
στους δείκτες μου
μα στα φτερά μου
επίμονη
η αναβολή
είμαι το τετραπέρατο θεριό
το τέρας των περάτων
που αναμένει
στις υπαίθριες συμβολές
τον πεπρωμένο εκτελεστή

του

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Σφίγγα

η Σφίγγα της σιωπής
πάνω στον τάφο
της νεκρής
φωνής
μου
αχ

για
πόσα
χρόνια
ακόμα θα
ερωτα ει αχ
ποιος ήτανε που
έζησε κάτω απ τον τάφο

τη ζωή μου


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ξεφύλλισα τα λόγια ως τη σιωπή
τα μάτια ίσαμε το φως
που σκουληκιάζει

κάτω από σωρούς
αποκεφαλισμένων
φίλων
ό,τι απομένει
απ’ την ψυχή μου

κι όμως
εξακολουθώ
να οπλοφορώ
ενάντια στο τίποτα

που και την τρύπα αυτή τη σκοτεινή
του φεγγαριού
που έπεσε παφλάζοντας μες στο μυαλό μου
πάει να κλείσει
να τσιμεντώσει την κραυγή
πριν γίνει ψίθυρος
πριν γίνει χώμα της σιωπής

παίρνω τα μέτρα του καθρέφτη
που ίσα-ίσα με χωράει
για να προβάρω την πιο ερεθιστική αυτοκτονία

και στέκω εκστατικά εκεί
και περιμένω να φανεί
αυτό το τι το σκοτεινό
και με το ολόρθιο όργανό μου
να το τρυπήσω
να πλημμυρίσω
από το σπέρμα
της σιωπής

ςςς
αιτία θανάτου
θάνατος

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΝΑ

Στάζω φαρμάκι στον ανθό
που έχει αρρωστήσει
μέσα στης μάνας την αυλή
κι όλο χαμωκοιτάζει

μα σαν μαραίνεται ο ανθός
φαρμάκια δεν το σώζουν
γιατί είναι οι ρίζες του βαθιά
στη γη του άλλου κόσμου

-βρες, καλέ μάνα, αγιασμό
κι έλα να το ραντίσεις
τ’ ανθάκι που μαραίνεται,
με ξόρκια της αγάπης

-πού να βρω, γιε μου, αγιασμό
μου σώθηκε η ανάσα
χρόνια και χρόνια που γυρνώ
σε τούτη την αυλίτσα;

-ε, τότε πιάστο απ’ το κορμί
και τράβα το απ’ τη ρίζα
δώστο σε μένα που περνώ
από βαθύ ποτάμι
να το πετάξω στο βυθό
για να το φαν τα ψάρια
να γίνει κάτι από σιωπή
κάτι από σκοτάδι
να μη το βλέπω να γερνά
και μου χτυπούν τα στήθια

-κι άν το χαλάσω, γιόκα μου,
τι θα χω για να κλαίω
που απόμεινα σε μιαν αυλή
με ένα ξερό λουλούδι;
Αν το τραβήξω από τη γη
τίποτα δε θα μείνει
απ’ τ’ άλλου κόσμου τη θωριά
για να χω ν’ αγναντεύω


Κυριακή 6 Απριλίου 2014

αμφιβάλλοντας για τον τίτλο



Κοιμήθηκα βαρύς
πως ήμουν ονειρεύτηκα
σ’ένα κουτί κλεισμένος
ώστε η σκιά μου
απ’έξω να εποπτεύει
είχα στα χέρια ένα κουβάρι
προίκα εις έξοδον
τη εισόδω
αλλά ήμουν-λέει- κακός,
αδέξιος χειριστής
του κουβαριού
κι αντί να για τύλιγμα
ξετύλιγα και ψέλλιζα μαζί
εγώ είμαι
εσύ είσαι
αυτός είναι
ψάχνοντας να βρω
πού είναι αυτό
που έξω κατοικεί
και υπομονετικά με περιμένει-
στα ραντεβού μου σπάνια αργώ-
κι όπως ξετύλιγα
πέφτανε αλλού
τα εγώ
κι αλλού
τα είναι
κι έχασα τη σειρά
κι έβαλα ανάκατα
δεμένα στο σχοινί
τα είναι με τα εγώ
ώστε
είμαι εσύ
εγώ είσαι
κι αυτός μόνο
το βέβαιο είναι
αφού είναι απ’έξω ασφαλώς
απ’το κουτί και περιμένει
κι εγώ δεν έχω μάθει να αργώ στα ραντεβού

έστω, λοιπόν, και μ’ένα λάθος γραμματικό
έστω και μία ακόμα ασυνταξία
έστω-θέλω να πω-
κι μ’ένα εγώ που είναι εσύ
αφού δεν είναι μπορετό
μέσ’στο σκοτάδι του κουτιού-
ή μήπως την αμφιβολία του ονείρου-
να συνταιριάξω απόλυτα το εγώ και το είμαι
έστω και μ’ένα λάθος λέω
θα δώσω χέρι
στον άλλον που έξω είναι
να με τραβήξει έξω απ’το κουτί
το μόνο βέβαιο είναι..
ουφ!
Ώρα να ξυπνήσω


Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Αμίλητος




Χρόνια πάνε πολλά- αν ήταν χρόνοι δε θυμάμαι-

που σπούδαζα αρχαιολογία

ήτανε τότε που έβγαλα λαθραία από τη γη

ένα άγαλμα βουβό

με το να χέρι ανάπηρο

κι αλύγιστο το άλλο

το χώμα που το κοίμιζε

τίναξα ασυλλόγιστα

κι από το χέρι το βαρύ το αλύγιστο

το τράβηξα

κι απρόθυμα σηκώθηκε απ’ της λήθης του το χώμα



το βαλα στο σαλόνι μου

όρθιο πλάι στον τρύπιο καναπέ

το χέρι ανάπηρο σε στάση ανεξακρίβωτη-

τώρα,

τάχα στο στήθος ήτανε

σε ικεσία απλώνονταν

ή μήπως σε άμυνα από φόβο ανείπωτο

υψωμένο;

Τίποτα βέβαιο στον Αμίλητο, εκτός απ’ τη σιωπή του

Τίποτα πέρα απ’ τον τραυματισμό του μιλημένο



Μόνο το φως που έμπαινε εκτυφλωτικό

απ´ το ανοιχτό παράθυρο

κι αντανακλούσε πάνω του όλη τη λάμψη

της ασπράδας

που  αποκάλυψα

Όταν φύσηξα και πέταξα

απο πάνω του σωρούς χωμάτων



Μόνο που δε λογάριασα την τρύπα αυτή στον καναπέ

βάση κακή να στηριχτεί ο Λαμπρός μου κούρος!

-έτσι θαρρώ είχα μάθει κι αρχικά ψελλίσει τ´ όνομα του-

Κι έτσι μια μέρα

που βαλα σκοπο

την τρύπα να καλύψω

μ´ ένα βαθύ ολοκόκκινο πανί

μπλέχτηκε ο αμίλητος στο κόκκινο

και ολόρθος μέσα στο κενό ποντίστηκε



Άνοιξαν τότε χίλια στόματα

από τα ρήγματα που ανοίχτηκαν

απάνω στο σπασμένο γένι  

απο την κόμη τη σπασμένη μέσα

κι είχανε όλα τους θαρρώ

φυλακισμένο

εκείνο το φωνήεν το σκοτεινό

εκείνο το ανειπωτο

που αμίλητο λογάριασα

ο ασυλλόγιστος εγώ

όταν της λήθης του το χώμα

πέταξα  μακριά!

Ούτε λεπτό δε σκέφτηκα

Ότι τ´ αγάλματα

Μακριά απ´ τη γη τους

Δε μιλάνε



Έσκυψα

Σήκωσα πέτρες

Μάζεψα χώματα

τις μόνες βεβαιότητες του κούρου

του αρχαίου

και στα έγκατα εντός

παλιού κιβωτίου

έκλεισα μαζί

με κατι διακοσμητικά λαμπιόνια

που φυλαγα εκεί να μη μου σπάσουν

να τα έχω στις γιορτές

να μην ξοδεύω κάθε χρόνο

τα χρόνια μου σε αναζητήσεις

Λάμψης,

αφού, το ξέρω τώρα πια

μεσα στο χώμα μόνο

τα αγάλματα
μιλάνε