Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Αποχαιρετισμός

τις λέξεις που με κέρασες
τις πρώτες
τις ήπια ως το βυθό
του διάπλατου Αυγούστου  
όταν η ευσπλαχνία
του μεσημεριού
ευώδιαζε μέσα στις γειτονιές
το φως

κι αυτό έσμιγε τους ίσκιους μας
στον ταπεινό ασβέστη
μαζί με τους αγίους
που κρέμονταν
στ’ αμπέλια και στις καλαμιές
στα βουερά γεράνια και
στα αγκαθωτά τζιτζίκια

στ' άγιο κανάτι με το σκιαγμένο νερό
απάνω στο τραπέζι
που σ’ έκοβε στα δυο
κι απόμενε από σένανε
ό, τι είχα πια  
απ’ το φως
να σε θυμάμαι
και να σε συγχωρώ

και ξέραινες τις λέξεις τις χλωρές
στην ευωδιά του Ήλιου
και τις θρυμμάτιζες
απάνω στην ψυχή μου
που έτρωγα
και ψήλωνα
και σκάλωνα στον κεραυνό

εκεί
στο θρόνο του Αυγούστου
καθισμένος

σε είδα κάποτε
να λιγοστεύεις στο στενό πέρασμα
ουρανού και γης
και σε συλλάβισα
προτού σε πάρουν τα ουρλιαχτά
των τροχοφόρων
γύρισες κι είπες "μη φοβάσαι· ένας είναι ο δρόμος"
κι η ακτινογραφία του φωτός
δικαίωσε τα μάτια
σου που απόμειναν
μετά από τη φοβέρα

κι εγώ για να σηκώσω τον ίσκιο σου που γλίστρησε μέσ’ στον ασβέστη
άφησα ακοίμητο το χέρι
έξω απ’ την κούνια
σε στάση προσευχής
παραμερίζοντας τον αέρα που μας χώριζε

τώρα μέσα στο διάπλατο αλφαβητάρι
με τη σχισμένη ράχη
μυρίζω απ’ την αρχή τις μέρες
Που φίλαγες το χέρι μου
Και μ’ άφηνες σημάδι
Πάνω στη φλέβα τη βαθιά
Που γίνονταν ποτάμι
Και άδειαζε στα μάτια μου
Τις ώρες της φυγής σου
Κι έπιανα τότε το χαρτί
Και χάραζα τη μέρα
Για να σε βρω στου ολόλευκου
Τα βάθη να κοιμάσαι
Κι έτσι ήρεμη κι αφίλητη
Σε έκανα εικόνα
Και σε συλλάβιζα ξανά
Στου ύπνου την τρομάρα



Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΣΠΟΝΔΗ


Σάββατο στην καρδιά της εβδομάδας

κι ακάλεστη
Μετέωρη
γυμνή
επιστρέφεις

από τα στέκια των μεταμφιεσμένων

Βράδυ που εκκρεμεί 
ώστε να ξεγελά 
η αρρυθμία του λεπτοδείχτη
στη μισάνοιχτη τραπεζαρία

και λες
πως το τραπέζι είναι στρωμένο,
και πως σε καρτερεί το ψάρι της λαχτάρας σου
ασπόνδυλο, χωρίς τρομάρα του πνιγμού

πως είναι μια μέρα 
μέσ' στις νύχτες ούτε που το λογάριασες
-μάλλον θα ξεγελάστηκες
που σ' έβγαλα απ' την εταζέρα
για να σου πάρω πίσω εκείνο το χαμόγελο 
της φωτογραφικής μου τέχνης
κι ήρθες να πάρεις και αυτό

παίρνω το ατσάλινο κλειδί του ρολογιού
και σπρώχνω εμπρός τις ώρες 
κι αυτές βρίσκουν το δρόμο τους
κι αρχίζουν να βροντάνε 

και τότε  
γυρίζεις πάλι 
στα συνήθη  στέκια 

Επίμονα ανώνυμο το στόμα
Δυο μαύρες τρύπες η σιωπή


κλείνεις την πόρτα βιαστικά
και 
στη μεγάλη σάλα
ρίχνεις το ασπροσέντονο
για να καλύψεις ό,τι απόμεινε απ' τις λέξεις
που πέσανε 
κατάχαμα στη γη

κι εγώ χαϊδεύω τα μακριά μαλλιά μου
μήπως και βρω το δρόμο της επιστροφής σε ό,τι άφησες δικό μου, 
τις άδειες κάμαρες,
το εικόνισμα της Παναγίας 
την πικρή ανάσα του καφέ,
του μαντηλιού τα ξόρκια 
και τα τραγούδια του νερού

και το Χριστό παντέρημο
να ευλογάει ορφάνιες 

" χαρά μου, γιατί  λίγνεψες κι έγινες κυπαρίσσι
και χλόμιασε ο ουρανός κι αγρίεψε ο ήλιος;
αγάπη μου, ξεχάστηκες  χρόνια στον άλλο κόσμο
κι αγρίεψες και μαύρισες κι έγινες σα βαμπάκι
που βάφτηκε στο ιώδιο να κάψει τα σκουλήκια"

Και σφούγγιξα τη θάλασσα
και ήπια το ποτάμι
και στ’ απειρόλευκο βαθύ
έκανα μακροβούτι