Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

το πρώτο όνειρο

-    Τὶ ὥρα ἀρχίζει ἡ παράσταση;
-    Σὲ λίγο βγαίνουμε
-    ἀκόμα δὲ ντύθηκες;
-    Μαζεύτηκε κόσμος;
-    Γέμισε τὸ θέατρο. Δὲν πέφτει καρφίτσα. Ἄντε! Πήγαινε ντύσου
-    Στάσου μιὰ στιγμή. Πάω νὰ δῶ ἂν ἦρθε
-    Τρελλάθηκες;  Δὲ θὰ προλάβεις τὴν εἰσοδο. Πότε θὰ βαφτεῖς;
-    Ἄσε με νὰ δῶ. Ποῦ εἶναι;
-    Ἐκεῖ δεύτερη θέση. Πίσω ἀπ’ τοὺς ἐπισήμους
-    Δὲ βλέπω
-    Σβήνουν τὰ φῶτα. Βγαίνουμε!
-    Περιμένετε κι ἐμένα! Δὲ βλέπω. Ποῦ εἶσαι; Ποῦ εἶμαι;

το δεύτερο όνειρο

 Μεσάνυχτα. ἀκολουθῶ τὸν ἴσκιο μου
Μοιάζει βαρύς.
Γιγάντιος μέσ’ στὴ βαριά του σκευή
Τώρα ποὺ δὲ μ’ἀκούει κανείς.
Τώρα ποὺ ἀκούω ἐγὼ τὰ βήματά μου καὶ ποὺ
δὲ βλέπω..
τὸ εἴδωλό μου
παρὰ μονάχα ταὴ σκιά μου
ἔτσι βαρὺς κι ἀνάλαφρος μαζί
στήνω τὸ σκηνικὸ τῆς δόξας μου
διασχίζω τὴν ὀρχήστρα ἀ
νεβαίνω τὶς κερκίδες
στὴν κορυφὴ τοῦ θρίαμβου ἀφήνω τὰ ἀ
καταλαβίστικα ἑλληνικά μου καὶ τραντάζεται
ἡ σιωπή
ἔλαβε τέλος ἡ δοκιμὴ τοῦ τέλους μου
ἀποθέτω μὲ ἀσφάλεια ταὴ σκευή μου προσεκτικὰ ἀ
κουμπῶ τὴ μάσκα μου
στὸ μελανό χιτῶνα παίρνω
τὸ δρόμο τῆς γαλήνης
ἀπόψε θὰ ὀνειρευτῶ τὴ δόξα μου
κουρντίζω τὰ ρολόγια
στρέφω τοὺς δεῖκτες
ἀκινητοποιῶ τὰ ἐκκρεμῆ δὲν
μὲ νοιάζει ὁ χρόνος ποὺ κυλᾶ μόνο
αὐτὸς ποὺ θα ρθει
Ξημέρωσε ἡ ἐνάτη βραδυνή
Κόσμος στὶς κερκίδες στ’ ἀφτιά μου
βουίζει τὸ τέλος τῆς σιωπῆς
τὰ ἐκκρεμῆ
πάλλονται βιαστικὰ γιὰ νὰ κερδίσουν τὸ χαμένο χρόνο
φορῶ τὸ μαῦρο μου χιτῶνα
ἐνδύομαι τὴ μάσκα τοῦ Ὀρέστη
τοῦ μητροκτόνου
σχεδιασμένη ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος ἡ ζωή μου, ἐκτὸς
ἀπ’ τὸ καρφί
ἀλύγιστο μὲ περιμένει στὴν ἔξοδο
σβήνουν τὰ φῶτα
βγαίνω γυμνὸς
στὴν ὀρχήστρα μόνο ἡ μάσκα μου
καλύπτει τὸ πρόσωπο τῆς ντροπῆς
πάντα πίστευα σὲ σένα
εἶχες τὴ μαστοριὰ νὰ ξεριζώνεις τὰ ἀ
δέσποτα καρφιά.
Αὐτὸ το καρφἰ
Πῶς δὲν τὸ εἶδες;

το τρίτο όνειρο

Βιάστηκε να ξημερώσει εκείνο το πρωί
Ξύπνησα με την προθυμία του ταξιδιώτη
Απέναντί μου ανοιχτή η θέα του δρόμου
μια καρέκλα, ένα τραπέζι και μια κουρτίνα
διάτρητη από φως
Ακολουθώ τα βήματά μου.
Περνώ απ’ το σπίτι της γιαγιάς
Μου γνέφει από το βάθος της αυλής
Αδύνατο ν’ αντισταθώ σε τόσο φως
Κερνάει κυδώνι και βανίλια
Βαπτισμένη στο γυαλί
Στερνή φορά μεταλαμβάνω τη βρώση των νεκρών
-Φεύγεις; μου λέει
-Φεύγω, γιαγιά. Έχω ταμένο το ταξείδι αυτό
Αμείλικτη η μέρα. Πολύβουο τ’ αεροδρόμιο
Μπαίνω στ’αεροπλάνο
πλήρης επαναφορά στον πλακούντα της ζωής
είχα ονειρευτεί πολλές φορές αυτή την απογείωση
ποτέ όμως δε μπορούσα να φανταστώ πως
θα τα ταξίδευα χωρίς αποσκευές

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

ΗΝΙΟΧΟΣ

«Και πάλι η μέρα
Πίσω απ’ τις λεύκες
Στους ανεξήγητους σχηματισμούς των πουλιών
Κατευόδιο ψυχών
Στους κόλπους της σιωπής»

Άρρητα ρήματα
Σε αμφίδρομους προορισμούς
Η ίδια η οδός
Ανάμεσα σε ελπίδα και λυγμό,
Όχι για τις ματαιώσεις,
Για τα μεγάλα, όχι

Μόνο για τις ψυχές
Που στάθηκαν αντίκρυ μου
Ακάλεστες στο άγγιγμα
Αθρήνητες στο φίλημα
Χέρια αμετάκλητων
Αποχαιρετισμών

Και εσύ
Αιωνόδαρτος στην κόμη
Ανήμπορος στα μέλη
Καλπάζεις τη σιωπή
Χτυπώντας με τα ηνία σου το ρίγος
Σε χείλη αλαφιασμένα

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

αγάλματα φωνήεντα

Μεταφράζω ένα απόσπασμα από το Δημόκριτο:
 " Γιατί άραγε περιέβαλλε ο Σωκράτης με τόσο σεβασμό τα ονόματα των θεών;
Μήπως επειδή δόθηκε, σε ακαθόριστο χρόνο, στον κάθε θεό το δικό του όνομα και επομένως είναι δίχως νόημα να τα αλλάξει κανείς;
Μήπως επιδή, κατά τη γνώμη του Κρατύλου, έχουν δοθεί ως φυσική συνέπεια;
 ή
Μήπως επειδή είναι ομορφιές που μιλούν;
Παραδείγματος χάριν, το όνομα Ζεύς (=Θεός) είναι συνάμα ηχητικό σύμβολο (όσον αφορά τη σημασία Σ.τ.Μ) και εικόνα (όσον αφορά τη μορφή Σ.τ.Μ)
Διότι οι πρώτοι ονοματοθέτες κατάφεραν, με εξαιρετική σοφία να αποκαλύψουν μέσω των λέξεων,
όπως οι σπουδαίοι αγαλματοποιοί μέσω των εικόνων,
τις δυνάμεις των πραγμάτων

Εγώ τι να διαλέξω;
Προτιμώ τη μουσική



σε ντο ελάσσονα

οι λέξεις δεν παράγουν νοήματα
υφαίνουν μουσική
γι αυτό η αξία τους σχετίζεται
με τα χείλη που τις πρόφεραν